Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (2 ΑΠΟ 2)


Δεκέμβριος του 2012 , Jacques Wajnsztejn
Posted in: Variations no 17 ( http://variations.revues.org )

Η κρίση της εργασίας

24Η κρίση της εργασίας είναι διπλή:
25- είναι κρίση του νόμου της αξίας, δηλαδή, η ακύρωση της μέτρησης της αξίας από το χρόνο εργασίας, καθώς η ζωντανή εργασία γίνεται επουσιώδης στην συνολική διαδικασία της δημιουργίας αξίας. Πρόκειται για μια κίνηση που ο Μαρξ είχε ήδη προβλέψει σε μεγάλο βαθμό στις Grundrisse και ιδιαίτερα στο έργο του «Απόσπασμα για τις μηχανές». Ωστόσο, καθώς αυτή η πρόβλεψη έρχεται σε σύγκρουση με κάθε ανάλυσή του, σχετικά με την "αναγκαία" αύξηση αυτής της ίδιας παραγωγικής εργασίας, στο πλαίσιο του κεφαλαίου και στην αντικειμενικά επαναστατική δυναμική της, ο Μαρξ θάβει αυτή την οπτική και επιστρέφει στη ρικαρδιανή θεωρία της αξίας-εργασίας.
26- είναι κρίση της εργασίας ως αξία. Εκφράζεται κατά την περίοδο 1967-1973 μέσα από αγώνες και τις πρακτικές της άρνησης της εργασίας, σε έναν κύκλο του επαναστατικού αγώνα σε όλες τις δυτικές χώρες. Όμως, μετά την αλλαγή αυτού του κύκλου της κρίσης που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1970, οι αναδιαρθρώσεις της βιομηχανίας και οι επιπτώσεις τους στις κοινωνικές σχέσεις, παράγουν μια πραγματική πρακτική κριτική της εργασίας.  Συνοδεύεται από μια αντιφατική κίνηση: δυνητικά η εργασία δεν είναι πλέον το κέντρο της κεφαλαιοποιημένης κοινωνίας, αλλά με τη μορφή της απασχόλησης, εξακολουθεί να είναι αυτή που καθορίζει το καθεστώς και τα δικαιώματα των ατόμων. Αυτή η αντίφαση εκφράζεται από διάφορα φαινόμενα, όπως η ασάφεια του συνθήματος της δράσης ενάντια στην ανεργία ( AC ): "Η εργασία είναι δικαίωμα, το εισόδημα είναι μια υποχρέωση." Η δήλωση του Ζοσπέν ενάντια στα μέτρα αναδιανομής (assis­ta­nat) κατά τη διάρκεια του αγώνα των ανέργων το 1998 στη Γαλλία, η μπλερική ιδεολογία της μόδας στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, οι δηλώσεις του Σαρκοζί και του Ρουαγιάλ κατά τη διάρκεια των προεδρικών εκλογών του 2007, στοχεύουν στην επιστροφή της εργασίας ως αξία στο κέντρο της κοινωνίας εκφράζοντας μια ισχυρή τάση διατήρησης της εργασίας ως ιδεολογία και αξία, εν απουσία οποιασδήποτε πρακτικής επίλυσης του ζητήματος. Προσομοίωση των συνθηκών εργασίας, κοινωνική διαχείριση της ανεργίας, καταναγκαστική επιστροφή στην εργασία με την αφαίρεση ή την προοδευτική μείωση των διαφόρων επιδομάτων, είναι τα μέσα που χρησιμοποιούνται για να επιτευχθεί αυτό το κατόρθωμα, της διατήρησης μιας κοινωνίας της εργασίας χωρίς εργαζόμενους, όπως έχει ήδη επισημάνει η H. Arendt.
27Στο πλαίσιο αυτό, το οποίο είναι ταυτόχρονα αποπραγματοποίηση της συγκεκριμένης ζωντανής εργασίας στις απασχολήσεις όπου θριαμβεύουν οι εικονικές δραστηριότητες και η ιδεολογία της εργασίας για να δικαιολογήσουν μια αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων όπως είναι, καθίσταται δύσκολο να συνεχίσουμε να μιλάμε από την άποψη των συσχετισμών δύναμης, για να δείξουμε ότι συνεχίζεται η πάλη των τάξεων. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν συσχετισμοί δύναμης που αποκαλύπτουν ένα ιστορικά ασυμφιλίωτο ανταγωνισμό ανάμεσα στις τάξεις και συσχετισμοί δύναμης γύρω από τους οποίους συνυφαίνονται οι τρόποι ρύθμισης και περνάνε ιστορικοί συμβιβασμοί. Ήδη από την εποχή των Τράντα Ένδοξων Χρόνων, η ανάπτυξη και η κοινωνική πρόοδος που συνδέονται με αυτή, βασίζονται σίγουρα στην φρενήρη εκμετάλλευση των ανειδίκευτων εργατών της αλυσίδας (αγροτικής προέλευσης ή μετανάστες), αλλά επίσης και σε μια γενικευμένη πρόσβαση στην κατανάλωση. Ο τρόπος ρύθμισης του φορντισμού συνίστατο σε μια ανταλλαγή των κερδών παραγωγικότητας έναντι της αύξησης της αγοραστικής δύναμης στο πλαίσιο του ποσοστού της προστιθέμενης αξίας, ανταλλαγή που χαρακτηρίζει τις διαπραγματεύσεις, καθώς και τις συγκρούσεις που ελέγχονται από τα συνδικάτα, για τις αναγκαίες προσαρμογές την στιγμή της ανανέωσης των συλλογικών συμβάσεων ή για την τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών.  Αυτός ο καθολικός συμβιβασμός δεν εμπόδισε να αναπτυχθούν οι μεγάλοι αγώνες των εργαζομένων στην αλυσίδα σε όλες τις δυτικές βιομηχανικές χώρες.
28Οι εν λόγω συσχετισμοί δύναμης φορείς θεμελιωδών ανταγωνισμών ή πιο συχνά συμβιβασμών άξιζαν ακόμα τον όρο «συσχετισμοί δύναμης», διότι αυτές οι δυνάμεις ήταν συγκεντρωμένες και περισσότερο ή λιγότερο ενεργές, αλλά οι σημερινοί επισφαλείς δεν είναι οι εργαζόμενοι της αλυσίδας του χθες και οι αγώνες του χθες δεν είναι αυτοί του σήμερα. Το γενικό πλαίσιο είναι πιο ευνοϊκό για τις επιχειρήσεις, αλλά είναι κυρίως ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας που πασχίζει να εκφραστεί από τη στιγμή ακριβώς όπου η κρίσης της εργασίας και αποουσιαστικοποίηση του εργατικού δυναμικού έχουν υπονομεύσει τον παλιό ανταγωνισμό των τάξεων και την ίδια την ταξική πάλη. "Η επίδειξη δύναμης" δεν εκδηλώνεται πλέον παρά με τρόπο τοπικιστικό ή απελπισμένο για παράδειγμα σε ένα εργοστάσιο που απειλείται με κλείσιμο. Είναι μια αντίσταση που μπορεί να είναι ισχυρή όπως στην Continental και πολύ ισχυρότερη όταν είναι χωρίς αυταπάτες για τις πιθανότητες διάσωσης των θέσεων εργασίας.  Πράγματι, ο αγώνας επικεντρώνεται στο γεγονός του κερδίσματος της αξίας μιας δύναμης της εργασίας που έχει γίνει μη-απασχολήσιμη. Αλλά αυτή είναι μια απομονωμένη αντίσταση.
29Αυτή η κρίση της εργασίας αναφέρεται κατά πρώτο λόγο σε ένα μέρος του εργατικού δυναμικού, το οποίο έγινε απολύτως υπεράριθμο με την υποβάθμιση των επαγγελματικών προσόντων και την απαξίωση από την τεχνική πρόοδο των παλαιών δεξιοτήτων που ορίζονται από τη συλλογική εργασία (η κοινότητα των τάξεων στην εργασία που συνδέει ζωντανή εργασία και τεχνικό κεφάλαιο), υπέρ των νέων δεξιοτήτων που καθορίζονται αποκλειστικά από τον εργοδότη ή το κράτος και που αποδίδονται ατομικά, ενώ ένα άλλο μέρος, θεωρείται απαραίτητο - αλλά για πόσο καιρό; - επειδή καλύτερα εκπαιδευμένο και πιο ευέλικτο είναι περισσότερο ή λιγότερο ταυτισμένο με το κεφάλαιο ως «ανθρώπινοι πόροι». Κατά δεύτερο λόγο, αναφέρεται επίσης στο παγκόσμιο κεφάλαιο του οποίου ο αντιπρόσωπος σε εθνικό επίπεδο είναι το κράτος, επιφορτισμένο με την αναδιανομή του πλούτου. Είναι ο τρόπος που έχει το κράτος, να ανταποκριθεί στην απαίτηση του «μοιράσματος του πλούτου» και να διαιτητεύει μεταξύ των διαφόρων λύσεων, οι οποίες πρέπει να λάβουν υπόψη το γεγονός ότι το εισόδημα αποσυνδέεται όλο και περισσότερο πάνω από την πραγματικά εκτελούμενη εργασία. Στο βαθμό αυτό, η «κατώτατος μισθός» δεν είναι πλέον εδώ και καιρό, η τιμή της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Ο Seillères, ο πρώην επικεφαλής του MEDEF, δήλωσε χωρίς φιοριτούρες: "Οι εργοδότες πληρώνουν τους μισθούς που απαιτεί η αγορά,  αν η κοινωνία πιστεύει ότι δεν είναι αρκετοί για να ζήσουν, ας τους συμπληρώσει! ". Το "επίδομα απασχόλησης" πηγαίνει προς αυτή την κατεύθυνση, διότι αντιτίθεται τόσο την έκπτωση φόρου της ελευθεριακής δεξιάς που εφαρμόζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στην απαίτηση ενός καθολικού βασικού εισοδήματος που ζητήθηκε από την εναλλακτική αριστερά. Δεν είναι επομένως μια προσπάθεια παραγωγικής κινητοποίησης (της υπεραξίας) των ανέργων που τείνει να διαλύσει το πρεκαριάτο στην ρύθμιση της αγοράς εργασίας . Η αποτυχία του RSA (σ.μ. ενεργό εισόδημα αλληλεγγύης) είναι προς την ίδια κατεύθυνση: αν παίζει το ρόλο του στην παροχή βοήθειας με την αύξηση του αριθμού των δικαιούχων, δεν παίζει το ρόλο του ως κίνητρο για την εργασία, επειδή το 60% των ανθρώπων που θα μπορούσαν να εργαστούν παίζουν συμπληρωματικά μιας επισφαλούς εργασίας που δεν πληρεί τις προϋποθέσεις για να επωφεληθεί.

Κρίση της εργασιας και πρεκαριάτο

30Η ασαφής έννοια "επισφαλής" παίρνει μια διάσταση όλο και πιο ιδεολογική, όπως μπορούμε να δούμε με την ιδέα της κεντρικότητας του πρεκαριάτου 9 . Αυτό εκδηλώνεται με δύο τρόπους:
31- Κατ 'αρχάς, τα στατιστικά στοιχεία των ροών εργασίας (εισερχόμενες και εξερχόμενες) προτιμώνται σε σχέση με αυτά των αποθεμάτων (σταθερές εξασφαλισμένες), αν και οι τελευταίες είναι πολύ πιο πολυάριθμες σε απόλυτη τιμή. Με το πρόσχημα ότι ροές σήμερα ως επί το πλείστον γίνονται επισφαλείς, προκύπτει ότι αυτή η κίνηση είναι αμείωτη και κατά συνέπεια ότι, τελικά, είναι το σύνολο του εργατικού δυναμικού που θα ξαναβρεθεί σε αυτή την κατάσταση, δείχνοντας έτσι μια νέα ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και μια νέα ενοποίηση των στάτους προς τα κάτω. Αυτό οδηγεί επίσης στην ταύτιση της νεολαίας, των γυναικών και των μεταναστών με ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού του οποίου το χαρακτηριστικό είναι να είναι επισφαλείς. Αυτό αγνοεί ότι οι απόφοιτοι ακόμα κι αν αφιερώνουν τώρα περισσότερο χρόνο για να βρουν μια σταθερή δουλειά που αντιστοιχεί στην εκπαίδευσή τους σήμερα, δεν μπορούν να συγχέονται με το 20% των νέων που εγκαταλείπουν χωρίς κανένα δίπλωμα ή προσόν το σχολικό σύστημα, ξεχνά επίσης, ότι το επίπεδο της εκπαίδευσης και των προσόντων των γυναικών αυξάνεται συνεχώς και ξεχνά τελικά ότι για τους μετανάστες δεύτερης ή τρίτης γενιάς η κοινωνική κινητικότητα δεν είναι μια κενή λέξη. Δεν πρέπει να συγχέεται η γενίκευση του πρεκαριάτου και η διατήρηση των μορφών των διακρίσεων στις προσλήψεις.
32- δεύτερον, οδηγεί στον απόλυτο συσχετισμό της ευελιξίας και της επισφάλειας ως εάν να ήταν μια μονομερής εξέλιξη των καταστάσεων ενώ οι πρακτικές των απουσιών και του turn over  κατά τα έτη 1960-1970 όπως και η άσκηση της προσωρινής απασχόλησης από τους νέους και γενικότερα η περιστασιακότητα της εργασίας αποδεικνύει σήμερα ότι αυτές οι μορφές είναι επίσης αντίσταση στη μισθωτή εργασία. Ορισμένες πτυχές του κινήματος καλλιτεχνών του θεάματος είναι σε αυτή την κατεύθυνση, αν και δεν πρέπει να μυθοποιούνται και να διαμορφώνεται το μοντέλο της κατάκτησης μιας νέας αυτονομίας, αυτής του μισθωτού κογκνιταριάτου ως το νέο πρόσωπο της εργασίας της δεκαετίας του 2000. Από την πλευρά των εργοδοτών τα πράγματα δεν καθορίζονται πλέον. Η σημερινή πλειοψηφία των Γάλλων Εργοδοτών θέλει μια κοινωνική "επανίδρυση" που αμφισβητεί τους ισχύοντες τύπους των συμβάσεων εργασίας για μεγαλύτερη ευελιξία, αλλά αυτό το σχέδιο προέρχεται από ανθρώπους που δεν είναι από τον κόσμο της βιομηχανίας, αλλά τον χρηματοπιστωτικό ή των ασφαλειών.  Αντίθετα, οι ενώσεις εργοδοτών της μεταλλουργίας και της βαριάς βιομηχανίας μάλλον επιδιώκουν να επενδύσουν στους ανθρώπινους πόρους, ενώ από την πλευρά τους, οι PME/PMI (μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις) οι οποίοι είναι οι μεγαλύτεροι καταναλωτές της επισφαλούς εργασίας, επιθυμούν να προσελκύσουν και να διατηρήσουν τους εργαζομένους, χωρίς δικαιώματα (συνθήκες εργασίας, καθορισμένους μισθούς) για να τους κρατήσουν αφοσιωμένους.
33- τρίτον, για να συγκαλύψει το στόχο της διαίρεσης, που διαχωρίζει τους εργαζομένους, ακόμη και τους επισφαλείς, τους ανέργους, και ιδιαίτερα τους μακροχρόνια ανέργους και αυτούς που απορρίφθηκαν από την εργασία. Η τάση αυτή βρίσκει την εκδήλωσή της σε συνθήματα όπως αυτό του Occupy της Νέας Υόρκης: «Είμαστε το 99%», ως εάν μια τάξη εκμεταλλευόμενων και κυριαρχούμενων να έχει ανασυσταθεί μετά τη διάλυση και τον κατακερματισμό της παλιάς εργατικής τάξης.
34Αυτές οι απλουστεύσεις που συνοδεύονται από μια παραδοσιακή οπτική και χρονολογούνται από το κράτος ως ένα απλό εποικοδόμημα εξαρτώμενο από μια οικονομική βάση που του διαφεύγει όλο και περισσότερο στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης / καθολικοποίησης (glo­ba­li­sa­tion/mon­dia­li­sa­tion). Αγνοούν ότι δεν υπάρχει μόνο το κεφάλαιο που αναδιαρθρώνεται, αλλά και ένα έθνος-κράτος που μετατρέπεται σε κράτος-δίκτυο στο πλαίσιο ενός υπερ-καπιταλισμού κορυφής 10 . Ξαναβρίσκουμε εδώ το σχήμα μας των 3 επιπέδων που εκτίθεται στο n o  15 του περιοδικού Temps cri­ti­ques και στο βιβλίο Μετά την επανάσταση του κεφαλαίου . Η διεύθυνση της MEDEF (ένωση εργοδοτών) είναι ο εκπρόσωπος του επιπέδου 1 και δεν αντιπροσωπεύει ουσιαστικά τα συμφέροντα του βιομηχανικού κεφαλαίου ως τέτοια, χωρίς να εκπροσωπεί τα συμφέροντα ενός χρηματιστικού κεφαλαίου "αποσυνδεμένου" από την "πραγματική οικονομία". Δεν υπερασπίζεται τα συμφέροντα ενός μέρους των εργοδοτών παρά στο βαθμό που αυτά εμπίπτουν στο πλαίσιο των στόχων της στρατηγικής της διακυβέρνησης που καθορίζονται στο επίπεδο 1. Οι στόχοι αυτοί τείνουν προς καθολική ενοποίηση του κεφάλαιο σε μια παγκόσμια στρατηγική, η οποία δεν παρακωλύει τον ανταγωνισμό, παρόλο που είναι βαριά φορτωμένο με ολιγοπώλια. Τα πάντα πρέπει να είναι ρευστά, από το νόμισμα έως το εργατικό δυναμικό καθώς η παραγωγή από την ζωντανή εργασία δεν θεωρείται πλέον ως προϋπόθεση της συνολικής διαδικασίας. Με τον ίδιο τρόπο που μιλούσαμε πριν για τα «έκτακτα έξοδα» της παραγωγής μιλάμε πλέον για την παραγωγή από την ζωντανή εργασία ως δραστηριότητα όμοια με οποιαδήποτε άλλη στην «αλυσίδα της δημιουργίας αξίας».

Το κράτος και η διαχείριση της αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων

35Οι στόχοι του κράτους είναι πολύ γενικοί: αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων και της κοινωνικής συνοχής αφενός, εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών συνθηκών για την οικονομική ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα αφετέρου. Αυτό είναι που διαφοροποιεί τον εκπρόσωπο του συνολικού κεφαλαίου από κάθε συγκεκριμένο κεφάλαιο, όπως μια πολυεθνική εταιρεία.  Πράγματι, το κράτος θα πρέπει να διεξάγει τις δύο παράλληλες λειτουργίες, ενώ καθεμιά ασκεί έναν περιορισμό στην άλλη. Αυτό δεν συμβαίνει με κάθε συγκεκριμένο κεφάλαιο που προσπαθεί, από τις αναδιαρθρώσεις του τα τελευταία είκοσι χρόνια, να απελευθερωθεί από τον πρώτο περιορισμό, με την μεταφορά του είτε στους ανταγωνιστές του (η επιδίωξη της ανταγωνιστικότητας-τιμής) είτε στο κράτος (εθνική αλληλεγγύη και κοινωνική αντιμετώπιση της ανεργίας).
36Σε αυτή την ανάγνωση, το «επίδομα απασχόλησης» δεν είναι ένα δώρο για τα αφεντικά, όπως μπορούμε να διαβάσουμε στις εφημερίδες της άκρας αριστεράς. Μπορεί πραγματικά να τους ωφελήσει σε περίπτωση που οι άνεργοι δεν υποστηρίζονται πλέον από το σύστημα ασφάλισης που σχετίζεται με την εργασία (εισφορές και φόροι μισθωτών υπηρεσιών έναντι υπηρεσιών), αλλά από ένα σύστημα εθνικής αλληλεγγύης, χρηματοδοτούμενου από τους φόρους.  Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή, θα ωφεληθούν επίσης οι εργαζόμενοι. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, το όφελος που αποκτήθηκε είναι έμμεσο. Δεν είναι ο σκοπός αυτής της λειτουργίας. Πρόκειται για μια πολιτική στρατηγική που λαμβάνει υπόψη την ακυρότητα του νόμου της αξίας και τις καταχρηστικές απλουστεύσεις που κρύβονται πίσω από τις θεωρίες της εκμετάλλευσης. Επιδιώκει επομένως να διαφοροποιήσει τις απαντήσεις του σύμφωνα με την έκρηξη των αναφορών και των καταστάσεων που παράγονται από την επανάσταση του κεφαλαίου:
37- από την μια πλευρά, για την αντιμετώπιση κυρίως εκείνων που βρίσκονται στο κύκλωμα της εργασίας, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, αυτή η στρατηγική είναι η άρνηση του κράτους να υποστηρίξει ένα σύστημα ανακούφισης των φτωχών υποτίθεται ανενεργών. Θα πρέπει να ανταμείψει τον άξιο φτωχό-εργαζόμενο δείχνοντάς του ότι πρώτον, έχει κάθε συμφέρον να συνεχίσει να εργάζεται και δεύτερον, ούτως ή άλλως, δεν είχε άλλη επιλογή.
38- Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, αυτή η αναδιάρθρωση δεν ενοποιεί περισσότερο μια τάξη εργαζομένων που τελικά έχει γίνει ομοιογενής, όπως στην παλιά προοπτική της "μέσο-όρο-ποίησης", αλλά αναδιανέμει τις ανισότητες τόσο κάθετα και ιεραρχικά στην ιδιοκτησία και την εργασία (αυτό που κυριαρχεί δεν είναι πλέον κατ 'ανάγκη η αντιπαλότητα του  ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής / μη-ιδιοκτητών, αλλά περισσότερο η αντιπαλότητα διαχειριστών / εκτελεστών 11 ) όσο και οριζόντια (συμμετέχοντες / αποκλεισμένοι από την απασχόληση, τη στέγαση, τα χαρτιά, τις συναλλαγές). Αυτός είναι, επίσης, ο τρόπος που έχει η κεφαλαιοποιημένη κοινωνία, να εκφράσει το τέλος της ταξικής κοινωνίας της οποίας το αρχικό μοντέλο βασίζεται στην αντίθεση ανάμεσα σε δύο μονολιθικά μπλοκ τελικά καθησυχαστικά, καθώς αυτά τα μπλόκ-τάξεις που άσκησαν πρακτικές ειρηνικής συνύπαρξης δίνουν την θέση τους στον φόβο ενός νέου «κοινωνικού ζητήματος». Επομένως, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η εξουσία απαντά με το αντίφωνο να ξαναθέσει την εργασία στο κέντρο της κοινωνίας, αλλά μια εργασία που δεν διατηρεί παρά μόνο τον ρόλο της πειθαρχίας ή του ανταγωνισμού και όχι πλέον την παραγωγική της λειτουργία, που γίνεται αξεσουάρ. Οι κυρίαρχοι γνωρίζουν ότι όλα αυτά δεν μπορούν να επιστρέψουν στο αυστηρό πλαίσιο της εργασίας. Η νέα ιδεολογία της εργασίας διαχωρίζεται έτσι κάθε μέρα λίγο περισσότερο από την πραγματικότητα της μισθωτής εργασίας, όπως αυτή έχει ήδη αποσπαστεί από την εικόνα της παραγωγικής εργασίας, για να καλύψει όλα τα είδη εργασίας και να υποδηλώσει ότι η εργασία μπορεί να ξαναγίνει "ελεύθερη" στο ιδανικό του «κάνε την επιχείρησή σου» και την φιγούρα του «νικητή». Το «εργαστείτε περισσότερο για να κερδίσετε περισσότερα" του Σαρκοζί είναι ήδη μια μετριασμένη έκδοση από τις απομυθοποιήσεις των προηγούμενων είκοσι ετών (της εποχής Tapie).
39Την εποχή που η αξιοποίηση γινόταν κατά κύριο λόγο από την ζωντανή εργασία, η υπεραξία που δημιουργείται με τη βοήθεια της τελευταίας ήταν θεμελιώδης και η «κοινωνική» διάσταση του μισθωτού συστήματος δεν ήταν παρά αποτέλεσμα. Για ένα τμήμα των δυνητικά υπεράριθμων, σήμερα είναι η αντίθετη κατάσταση που επικρατεί: τα «φρούρια των εργαζομένων" που επιζούσαν (π.χ. στην αυτοκινητοβιομηχανία) τελειώνουν μόλις απαλλάσσονται από το πλεονασματικό προσωπικό καθώς οι νέοι τομείς (τράπεζες, ασφάλειες και πληροφορική) ήδη απορρίπτουν υπερβολικά. Για την αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων, θα πρέπει επομένως να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας τις οποίες, πριν από λίγο καιρό, δεν θα έρχονται στο μυαλό κανενός να τις αποκαλέσει εργασίες.
40Η πειθαρχία της εργασίας θα πρέπει να επιβληθεί καθώς η ζωντανή εργασία δεν έχει πλέον μετρήσιμη αξία με τον χρόνο εργασίας (πώς καθορίζεται το μερίδιό της στην δημιουργία της αξία;) ή εσωτερική αξία (ποιο είναι το επίπεδο του μισθού που ισοδυναμεί με την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού σήμερα για να μείνουμε στη μαρξιστική προβληματική;), όταν οι ταυτότητες της τάξης και οι επαγγελματικές ταυτότητες εξαφανίζονται και δεν υπάρχει πλέον παρά ο αγώνας για το εισόδημα και η αντίσταση στον κοινωνικό κατακερματισμό.
41Αυτή η πειθαρχία απαιτεί νέους κανόνες, το σύμφωνο για την επιστροφή στην εργασία (PARE) παρέχει ένα παράδειγμα. Αλλά αυτοί οι κανόνες πρέπει να είναι πολιτικά συμβατοί με την ιδέα ενός κοινού καλού, της κοινωνικής συνοχής και άλλες συναινετικές ανοησίες. Απορρέει από την εξέλιξη αυτής της νέας μορφής του καπιταλισμού που δίνει την εντύπωση ότι θέλει να απελευθερωθεί από κάθε καταναγκασμό, αλλά την ίδια στιγμή δεν μπορεί να το κάνει, διότι πρέπει την ίδια στιγμή να συνεχίσει να εμφανίζεται με την μορφή μιας ανώτερης νομιμότητας που απαιτεί την ενεργητική ή παθητική συμμετοχή της πλειοψηφίας στην ιδεολογία της κοινωνίας-εταιρείας προστατευμένης από την ύπαρξη, ως έσχατη λύση, του κράτους.
42Υπάρχει μια προσπάθεια «κοινωνικής ανασυγκρότησης», αλλά σε επίπεδο σχεδίου, δεν υπάρχει τίποτα οριστικό. Αυτή είναι η διαφορά με την εποχή των τάξεων. Δεν υπάρχει πλέον σχέδιο με την αυστηρή έννοια, δηλαδή που να συνοδεύεται και από κάποια κοσμοθεωρία  (για την αστική τάξη), ή μια χιλιαστική αίσθηση (για το προλεταριάτο). Έτσι δεν πρέπει να αναπτύσσονται μυθοπλασίες για ένα μεγάλο οργανωτή που κινεί τα νήματα ενός "σχεδίου του κεφαλαίου", αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει πλέον στη συνέχεια να καταφύγουμε σε μια στρουκτουραλιστική οπτική που αναδεικνύεται στο  "αυτόματο κεφάλαιο".
43Όλα αυτά πρέπει να μας οδηγήσουν να είμαστε πολύ μετριοπαθείς τόσο για την αλήθεια όσο και για το ευρετικό περιθώριο της ανάλυσής μας 12 .
44Το ζήτημα της πειθαρχίας της εργασίας και από την εργασία δεν είναι, όπως είπα και προηγουμένως, μια άμεση απάντηση στις πρακτικές αντι-εργασίας. Αυτή η κατασταλτική διάσταση της εργασίας, ωστόσο, δεν ήταν απούσα κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά την περίοδο των ετών 1960-1970. Αλλά η ήττα της τελευταίας προλεταριακής επίθεσης και η διαδικασία από-ουσιαστικοποίησης της δύναμης της εργασίας 13 που ενισχύεται στην μετέπειτα περίοδο των αναδιαρθρώσεων, δίνουν άλλο νόημα στην τρέχουσα κρίση της εργασίας. Όπως είπε ο Μαρξ, «το νεκρό συλλαμβάνει το ζωντανό», με μια τάση προς την κυριαρχία της νεκρής εργασίας επί της ζωντανής εργασίας και μια διαδικασία της υποκατάστασης κεφαλαίου / εργασίας που έχει αναπτυχθεί πάρα πολύ από το τέλος του ΧΧου αιώνα . Αλλά το ότι η ζωντανή εργασία δεν είναι πλέον πραγματικά η καρδιά της παραγωγής, αυτό δεν σημαίνει ότι η εργασία ως αξία είναι νεκρή. Σε κάθε περίπτωση, μέσα στην αβεβαιότητα πολλοί θέλουν να την αναβιώσουν. Εκεί είναι που βρίσκουμε την πειθαρχική διάσταση στην ποικιλία των θέσεων των εργατιστών, είτε αυτές των Μπλερ και Μπράουν, της PS είτε της CFDT. Σήμερα, όλη η συζήτηση που ισχυρίζεται ότι θα ξαναθέσει την εργασία στο κέντρο της κοινωνίας στοχεύει να πειθαρχήσει το εργατικό δυναμικό των μελλοντικών ανέργων και αυτό του οποίου η εργασία είναι απλά μια απασχόληση (job). Στοχεύει επίσης σε μια ανύψωση του ηθικού των εργαζομένων, ενώ όλα τα σήματα που αποστέλλονται από την κεφαλαιοποιημένη κοινωνία αναδεικνύουν όχι την κοινωνία της εργασίας, αλλά την γενίκευση των πρακτικών της αρπαγής, της σύλληψης  και της ενοικίασης.

Για επιλογο

45Περάσαμε από ένα κίνημα κριτικής της εργασίας στις ατομικές συμπεριφορές της άρνησης που μπορεί να εξηγηθεί από την έλλειψη ενδιαφέροντος (από κάθε άποψη), που αντιπροσωπεύει το γεγονός της εργασίας, την δυσκολία που υπάρχει στην εύρεση μιας εργασίας όταν δεν ταιριάζει με το μοντέλο της απασχολησιμότητας. Πέρα από τις θέσεις, τις πιο ριζοσπαστικές και πιο θεωρητικές, όπως αυτές της ομάδας CARGO στη Γαλλία ή αυτές των  χαρούμενων ανέργων στη Γερμανία, αυτό που κυριαρχεί είναι μια παθητική κριτική ή περιστασιακές δράσεις, όπως αυτές των επιτροπών των ανέργων στη Γαλλία το 1998, όπως δείχνει επίσης η κυρίαρχη τάση για την εκτόνωση των πιθανών συγκρούσεων από τα διαδοχικά κοινωνικά προγράμματα (σήμερα ακόμα στην Ιταλία, για παράδειγμα, με τα σχέδια προ-συνταξιοδοτικής διαπραγμάτευσης πριν από την άφιξη στην εξουσία της κυβέρνησης εμπειρογνωμόνων του Monti).
46Το όριο των πρακτικών αντι-εργασίας των ετών 1960-1970 και παρερμηνείες που τις ακολούθησαν, είναι να μην ληφθεί η εργασία παρά ως αλλοτρίωση (η «καλλιτεχνική κριτική" στην οποία αναφέρονται οι Boltanski και Chiapello ) και εκμετάλλευσης (η μαρξιστική εργατική κριτική) και όχι ως αντίφαση της ανθρώπινης δραστηριότητας (εργασία εν γένει ως αντίφαση της γενικής δραστηριότητας 14 ). Δεν έχουμε επομένως αντιληφθεί τη μείωση των εν λόγω πρακτικών παρά ως αντεπαναστατική ανατροπή ενός επαναστατικού κύκλου που έληξε, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη το γεγονός ότι η προηγούμενη κατάσταση δεν θα αναπαραχθεί ξανά. Πράγματι, οι κύκλοι που αναλύθηκαν από τον Μαρξ, όπου επανάσταση και αντεπανάσταση διαδέχονται είναι σήμερα μη λειτουργική, διότι η καπιταλιστική κοινωνική σχέση έχει καταφέρει να ενσωματώσει και τους δύο πόλους της, το κεφάλαιο και την εργασία, καταστρέφοντας τις αρχικές πηγές των ταξικών ανταγωνισμών και ειδικότερα η αμοιβαία εξάρτηση μεταξύ των δύο πόλων. Η κεφαλαιοποιημένη κοινωνία αυτονομείται από την κοινωνική της σχέση στο βαθμό που ο πόλος του κεφαλαίου έχει την τάση να αυτο-προϋποτίθεται χωρίς τον πόλο εργασία  και αυτό τόσο μέσω μιας πρόβλεψης εκ των προτέρων του κέρδους 15 σε συνάρτηση με ολόκληρη την αλυσίδα της αξίας και όχι πλέον μόνο με την αξία-εργασία όσο και μέσω της χρηματιστηριοποίησης και της εξαφάνισης της αξίας 16 .
47Η κριτική της εργασίας είναι σήμερα έργο του ίδιου του κεφαλαίου. Βέβαια η εργασία παραμένει ακόμα, όπως και ο καπιταλιστής επιχειρηματίας άλλωστε, αλλά σε κατάσταση υπολείμματος το οποίο δεν ξέρει τι να κάνει. Δεν είναι πλέον η κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία της αξίας. Είναι εργασία-λειτουργία μέσα στο σύστημα της διανομής των εισοδημάτων. Το σημερινό στάδιο επηρεάζεται από την αντίφαση ότι το εισόδημα είναι όλο και πιο κοινωνικοποιημένο, όλο και λιγότερο συνδεδεμένο με μια συγκεκριμένη εκτελούμενη εργασία, αλλά πρέπει ακόμα να καταχωρείται στον μισθό, σε αντίθεση με την λογική του. 

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (1 ΑΠΟ 2)


Δεκέμβριος του 2012 , Jacques Wajnsztejn
Posted in: Variations no 17 ( http://variations.revues.org )


1Όπως πάντα, όταν ένας επαναστατικός κύκλος φθάσει στα όριά του, είναι πάνω στα όριά του που ευδοκιμεί ο επόμενος κύκλος, είτε πρόκειται για ένα αντεπαναστατικό κύκλο όπως αυτόν στα χρόνια 1920-1930 που διαδέχτηκαν τις ρωσικές και γερμανικές επαναστάσεις είτε πρόκειται αν ένα κύκλο από αναδιαρθρώσεις όπως αυτόν που διαδέχτηκε τα έτη 1960-1970. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η διαδικασία προχωρά με την ανατροπή αυτών των ορίων προς όφελος του.
2Η κριτική και το κίνημα άρνησης της εργασίας έχουν έτσι ανατραπεί προς όφελος του κεφαλαίου. Οι συχνές απουσίες και η αναστροφή έγιναν ευελιξία και ανασφάλεια. Οι εργαζόμενοι σε αλυσίδα έχουν εν μέρει αντικατασταθεί από ρομπότ και τα μεγάλα οχυρά των εργαζομένων κατεδαφίστηκαν. Η αναδιάρθρωση έχει γίνει μέσω μιας οργάνωση σε δίκτυο που συνδυάζει διάφορα κέντρα παραγωγής (reengering ). Έχουμε περάσει από ένα βιομηχανικό πλέγμα στην επιχείρηση- δίκτυο.
3Η κοινωνία της εργασίας έφτασε στο τέλος της ... και δεν υπάρχει λόγος να λυπόμαστε, αλλά η καπιταλιστική κοινωνική σχέση δεν έχει πει την τελευταία της λέξη. Προσπαθεί να αντισταθμίσει όλη την μάζα της ζωντανής εργασίας που έχει γίνει άχρηστη, μετατρέποντας κάθε δραστηριότητα, ακόμα και εκείνες που παρέμεναν στο περιθώριό της, σε χρήσιμες απασχολήσεις (ανάπτυξη αμειβόμενης «οικιακής» εργασίας, της επιμέλειας των παιδιών, του κοινωνικού τομέα, κλπ. .). Δεν πρέπει επομένως να συγχέεται η από-ουσιαστικοποίηση της δύναμης της εργασίας και το τέλος της εργασίας.
4Η κεφαλαιοποιημένη κοινωνία συνδυάζει την τάση για αξιοποίηση χωρίς την εργασία και την διατήρηση της εργασίας ως πειθαρχία, στοιχείο κυριαρχίας περισσότερο απ’ ότι εκμετάλλευσης.

Τι είναι η εργασια;

εργασία είναι μια δραστηριότητα ξεχωριστή από τις άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες. Δεν είναι πλέον η ζωτική δραστηριότητα που εκφράζει μια ορισμένη σχέση με τον κόσμο που την περιλαμβάνει, αλλά μια σχέση με μια φύση που έχει γίνει εξωτερική. Η δραστηριότητα αυτή συνδυάζει επομένως τον διπλό χαρακτήρα μιας τάσης για κυριαρχία πάνω στην φύση και την ίδια στιγμή είναι μια έκφραση μιας κυριαρχίας των ανθρώπων πάνω στους άλλους ανθρώπους. Το πλαίσιο αυτό είναι αρκετά προγενέστερο από την καπιταλιστική εκμετάλλευση. Η κυριαρχία είναι αυτό που είναι κοινό σε όλους τους κοινωνικούς σχηματισμούς, συμπεριλαμβανομένου αυτού του κεφαλαίου. Αλλά αυτή η κυριαρχία παίρνει τη συγκεκριμένη μορφή της εκμετάλλευσης της ελεύθερης εργασίας στο καπιταλιστικό σύστημα και πολύ ειδικά στη φάση της τυπικής κυριαρχίας του κεφαλαίου (από την πρώτη βιομηχανική επανάσταση έως το 1914) και στην πρώτη φάση της πραγματικής κυριαρχίας 1(1920/30). Μόνο σε αυτό το πλαίσιο η εργασία βρίσκεται στην καρδιά των κοινωνικών σχέσεων και έχουμε να κάνουμε με ένα «τρόπο παραγωγής», ενώ στα προ-καπιταλιστικά συστήματα, ακόμα και αν η πλειοψηφία του πληθυσμού εργάζεται, το κεφάλαιο συσσωρεύεται με πρωτόγονο τρόπο και η αξία εξαπλώνεται, η εργασία εξακολουθεί να περιλαμβάνεται σε ένα ευρύτερο σύνολο σχέσεων που ορίζονται από τους δεσμούς της προσωπικής εξάρτησης. Όπως είπε ο Μαρξ: οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων διαμεσολαβούνται από τα πράγματα, ενώ ο καπιταλισμός ορίζεται από τη σχέση μεταξύ των πραγμάτων που διαμεσολαβείται από τους ανθρώπους. Επομένως, η εξαφάνιση της μορφής του αστού ή ακόμα και του σύγχρονου καπιταλιστή δεν οδηγεί αυτόματα στην εξαφάνιση της εργασίας, όπως δείχνουν, αντιθέτως τα παραδείγματα της Ρωσικής Επανάστασης και του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου από τη μία πλευρά και η έλευση της «κεφαλαιοποιημένης κοινωνίας» από την άλλη.
6Δεν πρόκειται επομένως για "απελευθέρωση" της εργασίας από τον καπιταλιστικό ζυγό της, η οποία θα σήμαινε την μη κριτική της εργασίας παρά μόνο με τη μορφή της μισθωτής εργασίας και ως εκ τούτου να κάνουμε την έννοια της εργασίας («εργασία γενικά»), την μοναδική έκφραση του μεταβολισμού με τη φύση 2 .
7Η δραστηριότητα δεν κρύβεται, όχι πλέον, κάτω από την εργασία στο βαθμό που η δραστηριότητα είναι πανταχού παρούσα ως δραστηριότητα σε κρίση και δραστηριότητα της κρίσης. Σε αυτή την κρίση, οι σχέσεις ανάμεσα σε εργασία και δραστηριότητα συνεχώς αντιστρέφονται: οποιαδήποτε δραστηριότητα φαίνεται να μετατρέπεται σε εργασία καθώς τίποτα δεν πρέπει να ξεφεύγει από την κεφαλαιοποιημένη κοινωνία, αλλά η εργασία παραμένει μια ευκαιρία για δραστηριότητα (τεχνογνωσία, καινοτομίες, εφευρέσεις, κοινωνικές σχέσεις), παρά την αλλοτρίωση που προσιδιάζει στην καπιταλιστική κοινωνική σχέση.
8Αν η κρίση της αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων έγινε τόσο βαθιά, είναι επειδή το ίδιο το κεφάλαιο είναι σήμερα στην πρώτη γραμμή της αμφισβήτησης της κεντρικότητας της εργασίας. Η πρακτική του δεν περνά μέσα από μια συνειδητή και πλήρη κατάργηση της εργασίας, αλλά από συγκεκριμένες αλλαγές στην παραγωγική διαδικασία, που παράγουν μια τάση για αποουσιαστικοποίηση της δύναμης της εργασίας, μια τάση για αξία χωρίς εργασία από την υποκατάσταση της ζωντανής εργασίας (μεταβλητό κεφάλαιο) από την νεκρή εργασία (πάγιο κεφάλαιο). Η εργασία δεν είναι πλέον το κέντρο της διαδικασίας αξιοποίησης, δεν μπορεί πλέον να είναι κεντρική στο πλαίσιο της κεφαλαιοποιημένης κοινωνίας και οι αξιώσεις τις ως εκ τούτου απο-νομιμοποιούνται.  Αλλά, το κεφάλαιο την οργανώνει ακόμα μέσα από τις κατηγορίες των εργαζομένων και των αξιών τους, όπως αυτή της «αξίας-εργασία» όπως λένε οι πολιτικοί ηγέτες που συγχέουν την εργασία ως ιδεολογική αξία με την εργασία ως παραγωγό της υλικής αξίας. Όπως σε όλες τις μεταβατικές περιόδους, των μεγάλων ανακατατάξεων, το παλαιό συναντά το νέο.
9Για μας, η εργασία παράγεται ιστορικά από την επικράτηση της υλικής παραγωγής, που επέβαλε, για να δανειστώ μια φράση από τον Αντόρνο, μια σχέση κυριαρχίας στην εξωτερική φύση και όχι μια απλή ανταλλαγή ουσίας με τη φύση. Αυτή η κύρια δραστηριότητα επικεντρώνεται σε μια επικράτηση της υλικής παραγωγής που προκαλεί τον διαχωρισμό από τις άλλες δραστηριότητες και τη δυνατότητα συσσώρευσης ενός υπερπροϊόντος πέρα από τις συλλογικές ανάγκες της κοινότητας προέλευσης. Είναι σε αυτή τη βάση που σταδιακά η δραστηριότητα της εργασίας θα γίνει οικονομία της κοινωνίας και που οι θεωρίες για την αξία-εργασία και την παραγωγική εργασία θα αναπτυχθούν σε αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε «τυπική κυριαρχία του κεφαλαίου. " Σε αυτή τη φάση, μπορούμε να πούμε ότι η ζωντανή εργασία είναι πραγματικά στο επίκεντρο των κοινωνικών σχέσεων, αν και προφανώς, δεν βρίσκει την χρήση της παρά  στην ύπαρξη και τη μεσολάβηση του άλλου πόλου της κοινωνικής σχέσης, δηλαδή στην πλευρά του κεφαλαίου που συνίσταται στην νεκρή εργασία. Αλλά με το πέρασμα στην «πραγματική κυριαρχία του κεφαλαίου» (από το 1933 στις Ηνωμένες Πολιτείες και από το 1945  στην Ευρώπη και γενικευμένα από τα τέλη του 1960 έως το 1970), η διαδικασία αξιοποίησης τείνει να αυτονομηθεί από την διαδικασία της εργασίας. Είναι σε αυτή τη βάση που η κριτική της εργασίας θα λάβει τόσο μεγάλη σημασία για παράδειγμα στις  θέσεις των καταστασιακών και αυτές του περιοδικού Socialisme ou Barbarie σε θεωρητικό επίπεδο, στο Μαϊ του 1968 στην Γαλλία και στο Ιταλικό κίνημα άρνησης της εργασίας στα μεγάλα εργοστάσια του Βορρά 1969 - 1973. Αλλά η κριτική θεωρία, ποτέ δεν αιωρείται στον αέρα, το ζήτημα της κριτικής της εργασίας εν γένει - και όχι μόνο της μισθωτής εργασίας - προϋποθέτει ότι η συγκεκριμένη εργασία, η ζωντανή εργασία, δεν είναι πλέον η κύρια πηγή αξιοποίησης.
10Ωστόσο, αυτή η πλευρά της επίθεσης που συνιστούσε η κριτική της εργασίας δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε ότι αυτό που είναι σημαντικό, τελικά, είναι η κριτική του κεφαλαίου ως ολότητα, ιδιαίτερα καθώς η αναδιάρθρωση που πραγματοποιήθηκε στις επιχειρήσεις εκείνη την εποχή, όπως το παράλληλο φαινόμενο της glo­ba­li­sa­tion/mon­dia­li­sa­tion (σ.μ. ο όρος glo­ba­li­sa­tion διακρίνεται από τον όρο mon­dia­li­sa­tion από το γεγονός ότι αναφέρεται σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες εκτός της οικονομικής), σηματοδότησε μια εξέλιξη προς μια διαδικασία ολοποίησης που αντιληφθήκαμε λανθασμένα τότε.

Εργασια και πρακτικές αντι-εργασίας

11Σήμερα, η πρακτική αντι-εργασίας είναι η έκφραση μιας συγκεκριμένης υποκειμενικότητας η οποία, ως τέτοια, δεν έχει περισσότερη  επίδραση στις κοινωνικές σχέσεις από μια πρακτική που οδηγεί, πέρα απ’ όλα, να προσπαθήσει να κάνει κάποιος καλά την δουλειά του, τουλάχιστον στις περιόδους που δεν προσφέρουν τη δυνατότητα του περάσματος σε κάτι άλλο. Αυτή η αντίφαση είναι παρούσα από την αρχή του επαναστατικού κινήματος, όπως μπορεί να δει κανείς στην αντίθεση ανάμεσα σε ατομικιστές αναρχικούς και αναρχοσυνδικαλιστές. Αλλά η θέση της αντι-εργασίας των ατόμων όπως οι Darien ή Libertad παραμένει μια μειονότητα, διότι εκδηλώνεται ενάντια στο  ιστορικό ρεύμα της διαδικασίας που μετατρέπει τους προλετάριους των «επικίνδυνων τάξεων» σε εργαζόμενους. Αυτή η κριτική είναι επομένως ορισμένη από το εξωτερικό της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης, όπως ήταν κατά την διάρκεια της εκδήλωσής της, στην εποχή που βασιζόταν στη σχέση εξάρτησης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Αυτό είναι που θα κάνει τη ριζοσπαστικότητα μολονότι περιορίζει τα περιθώρια της πρακτικής. Είναι αυτή η ίδια εξωτερικότητα που χαρακτηρίζει την κριτική αντι-εργασίας που οδηγεί την Καταστασιακή Διεθνή στη δεκαετία του 1960. Εξωτερική κριτική επειδή δεν προκύπτει άμεσα ούτε από την κομμουνιστική θεωρία ούτε από την  πρακτική της ταξικής πάλης της εποχής. Αυτή τις προβλέπει από μια ευρύτερη ανάλυση των αντιφάσεων του κεφαλαίου και των κοινωνικών σχέσεων στην πορεία επαναστατικοποίησής τους με τη χρήση της τεχνο-επιστήμης, της επικοινωνίας κλπ..
12Αν αυτή η κριτική ξαναγίνεται δυνατή και ακουστή μετά από περισσότερο από μισό αιώνα  μαρξιστικής ιδεολογίας φανατικής της εργασίας, δεν είναι κατά κύριο λόγο επειδή αυτή αντανακλά σε ένα μικρό τμήμα της εργαζόμενης νεολαίας ή των φοιτητών της εποχής, αλλά επειδή η καπιταλιστική κοινωνική σχέση ξεκίνησε τη δική της κριτική της εργασίας. Η υποκειμενική κριτική βρίσκει εδώ τις αντικειμενικές συνθήκες της. Βλέπουμε έτσι να επανέρχεται παράλληλα, έστω και αν είναι λίγο αργά, ο Λαφάργκ και το δικαίωμα στην τεμπελιά και η ουτοπία μιας συνολικής αυτοματοποίησης, που κατέστη δυνατή από τον υψηλό βαθμό συσσώρευσης, αρχή ενός τέλους της εργασίας ως αλλοτριωμένη δραστηριότητα. Η θέση της IS από την άποψη αυτή δεν είναι διαφορετική από εκείνη των άλλων μαρξιστικών ρευμάτων της εποχής: η τεχνική πρόοδος δοξάζεται γιατί παραμένουμε στην πίστη της απελευθέρωσης ή από-αλλοτρίωσης από την Πρόοδο. Η ιδεολογία της αυτοματοποίησης της IS βασίζεται σε αυτό 3 .
13Στις άτυπες ομάδες που συμμετείχα εκείνη την εποχή 4 , η κριτική της αντι-εργασίας είναι συνδεδεμένη με προλεταριακές πρακτικές (απουσίες και σαμποτάζ, άγριες απεργίες χωρίς συγκεκριμένα αιτήματα που είναι συνήθεις κατά το πρώτο εξάμηνο του 1970).  Επιπλέον, η κριτική αυτή συνδέεται σε θεωρητικό επίπεδο, με την ιδέα της αυτο-άρνησης του προλεταριάτου. Αυτή είναι η τάση η πιο προηγμένη, εκείνη την εποχή, για να προσπαθήσει να λύσει, τουλάχιστον θεωρητικά, την περίφημη αντίφαση στην οποία ο Ντεμπόρ και η IS απέτυχαν, δηλαδή αφενός την άσκηση κριτικής της εργασίας στο υψηλότερο επίπεδο ("Μην εργάζεστε ποτέ") και αφετέρου την υπεράσπιση των εργατικών συμβουλίων.
14Κατανόηση της παραγωγής του κεφαλαίου ως αντιφατική κοινωνική σχέση σημαίνει την άρνηση μιας προσέγγισης τύπου ή / ή (ή το ένα ή το άλλο) (π.χ. εργασία ή τεμπελιά), επειδή η εργασία είναι ένα συστατικό της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης, κατάφαση και άρνηση συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο προλετάριου.
15Άρνηση της εργασίας δεν μπορεί επομένως να είναι μια διαχωριστική γραμμή, διότι δεν είναι ούτε μια θέση (αυτό είναι μια έκφραση της υποκειμενικότητας), ούτε μια απαίτηση ούτε μια συγκεκριμένη δράση (όπως η κατάργηση της εργασίας στην επανάσταση). Πρόκειται για ένα επαναστατικό κίνημα που έχει τεθεί ιστορικά, μια συγκεκριμένη μορφή της ταξικής πάλης, αλλά περιστασιακή. Είναι η ριζοσπαστικοποίηση αυτού του κινήματος που θα μπορούσε μόνο να δημιουργήσει τις επαναστατικές συνθήκες και την αυτοαναίρεση του προλεταριάτου προς μια ανθρώπινη κοινότητα (μια επανάσταση με τίτλο "ανθρώπινο 5  "). Εν τη απουσία του, το κίνημα θα υποχωρήσει γρήγορα, διότι δεν είναι μια υπερασπίσιμη συλλογική θέση.
16Η άρνηση της εργασίας δεν αποτελεί στοιχείο της ταξικής συνείδησης, γιατί αυτή περιλαμβάνει τη επιβεβαίωση της εργασίας ως δυνητική ικανότητα της παραγωγικής τάξης, ικανότητα να μεταμορφώσει τον κόσμο. Η άρνηση της εργασίας ως άρνηση είναι η ρήξη με αυτή τη διαδικασία επιβεβαίωσης και δεν αναπτύσσεται παρά σε στιγμές κρίσης στην αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων. Για το λόγο αυτό η διαμάχη της εποχής μεταξύ του J. Zerzan (άρνηση της εργασίας ως ριζοσπαστική επιθυμία) και Ch. Reeves (άρνηση της εργασίας ως έκφραση ενός ευνοϊκού συσχετισμού δύναμης) παραμένει μάταιη αν εκλάβουμε την διαμάχη σε θεωρητικό επίπεδο, ενώ αυτή εκφράζει ένα σημείο ανατροπής της ιστορίας: για την κατάργηση του κεφαλαίου και της εργασίας από τους προλετάριους ή για το τέλος της κεντρικότητας της εργασίας για το κεφάλαιο 6 .
17Τώρα ξέρουμε ποιος κέρδισε, τουλάχιστον προσωρινά, αλλά όπως σε κάθε πράγμα ουδέν κακό αμιγές καλού, υπάρχει τουλάχιστον ένα πλεονέκτημα στη σημερινή κατάσταση, είναι ότι η εργασία δεν μπορεί πλέον να επιβεβαιωθεί, ούτε όπως εκφράστηκε από μια τάξη ούτε ως ουσία ή μέτρο της αξίας. Η παλιά αντίφαση, εσωτερική στο προλεταριάτο, μεταξύ επιβεβαίωσης και άρνησης κατέστη άκυρη. Η επιβεβαίωση της εργασίας που ήταν εν μέρη η εργατική τάξη διαλύθηκε στην αποβιομηχάνιση, στους αγώνες για τη συνταξιοδότηση, στην παραίτηση στην εργασία-εισόδημα συστατικό των αδιαφοροποίητων ατόμων-μισθωτών. Δεν υπάρχει χώρος για ένα μεσσιανικό όραμα του προλεταριάτου ως τάξη στην οποία είχε ανατεθεί το διπλό έργο μιας προοδευτικής εκβιομηχάνισης, σε συνεργασία με την αστική τάξη και μιας προλεταριακής επανάστασης ανταγωνιστικής στο κεφάλαιο.
18Δεν υπάρχει επομένως πλέον μια απόλυτη ταύτιση με μια εργασία που θα ήταν μια θετικότητα αφεαυτή, αλλά απομάκρυνση και αυτό είναι που είναι δυνητικά ανατρεπτικό. Αυτή η απομάκρυνση που υπερβαίνει το ζήτημα της εργασίας (μισθωτής ή όχι) και η οποία  κάνει το άτομο να μην συγχωνεύεται ποτέ με το αντικείμενο της δραστηριότητάς του, είναι ακριβώς αυτό που καθορίζει τον άνθρωπο και κάνει την ιδιαιτερότητά του, αλλά δεν εμφανίζεται συνεχώς. Αυτή η ιδιότητα του ανθρώπου είναι επίσης αυτή που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε το μυστήριο της συμμετοχής στην εργασία. Η εργασία δεν είναι παρά κυριαρχία και εκμετάλλευση, που ορίζεται από το γεγονός ότι είναι μια δραστηριότητα κατά παραγγελία, είναι επίσης πειραματισμός, τεχνογνωσία και κάποιες φορές επίσης πάθος για δραστηριότητα. Φυσικά, όσο απομακρυνόμαστε από την εργασία τύπου τεχνήτη και συγκεκριμένα από τις απτές μορφές εργασίας, η πτυχή αυτή γίνεται όλο και πιο δευτερεύουσα ή εξαφανίζεται, ακόμη και αν αυτό συνεχίζει να λειτουργεί στη εργατική συνείδηση ​​μιας συλλογικής εργασίας.
19Από την άποψη της σαφήνειας της γλώσσας, θα ήταν καλύτερα να γίνει διάκριση μεταξύ της αξίας-εργασίας (ή ακριβέστερα της θεωρίας της αξίας-εργασίας) και της ιδεολογίας της εργασίας ως αξία, αλλιώς συσκοτίζεται η οικονομική και αντικειμενική πτυχή του πράγματος και δεν μπορούμε να καταλάβουμε ότι το ένα δεν πάει χωρίς το άλλο, ότι δεν είναι μια μάσκα. Συσκοτισμένοι από την αναπαράσταση (φετιχισμός) και το αποτέλεσμα στην αγορά (τα προϊόντα), κάποιοι επικεντρώνονται στην μορφή-αξία και την αφηρημένη εργασία η οποία θα είναι το περιεχόμενο, ξεχνώντας ότι το σημείο εκκίνησης είναι η δραστηριότητα μετασχηματισμού της εξωτερικής φύσης, μέσω της υλικής παραγωγής και όχι μόνο των σύγχρονων συνθηκών της ύπαρξης, μέσα σε καθορισμένες κοινωνικές σχέσεις που δεν αποτελούν το αντικείμενο παρά μιας ιδεολογικής αμφισβήτησης. Διαφορετικά, δεν θα καταλάβουμε γιατί ο ελεύθερη εργαζόμενος του καπιταλισμού συνεχίζει να εργάζεται, εάν η εργασία είναι μόνο tripalium . Η μισθωτή εργασία είναι στην πραγματικότητα μια διάσταση της υπόθεσης και όταν οι εργαζόμενοι της Continental, της Arcilor-Mittal και άλλοι υποστηρίζουν ότι είναι ακόμη παραγωγικοί και χρήσιμοι, δεν είναι κατά κύριο λόγο επειδή ελπίζουν πείσουν τα αφεντικά τους ή το κράτος, αλλά επειδή εξακολουθούν να πιστεύουν στη θεωρία της αξίας-εργασίας (είναι αυτοί που παράγουν πάντα και στις ίδιες αναλογίες, το κοινωνικό πλούτο) και στην εργασία ως αξία σε σχέση με την κερδοσκοπία, τον απεχθή χρηματοπιστωτικό τομέα κλπ.. Δεν καταλαβαίνουν τη ρίζα της διαδικασίας της  από-ουσιαστικοποίησης της δύναμης της εργασίας. Ωστόσο, δεν μπορούν πλέον να διεκδικήσουν την εργασία και γι 'αυτό είναι λιγότερο διστακτικοί να χρησιμοποιούν μεθόδους αγώνα ανάλογα με την απελπισία τους.  Μια απελπισία των εργαζομένων που εξακολουθεί να καθορίζεται κατά κύριο λόγο από την εργασία τους, ενώ τους ζητείται να μην εργάζονται πλέον ή για κάποιους, να έχουν μια απασχόληση που δεν τους φαίνεται πλέον ως εργασία αλλά ως μια απλή δραστηριότητα επιβίωσης ή μια θέση 7 .
20Τοποθετούμενος κάποιος πέρα από την εργασία, γεγονός που βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στη δύναμη της άρνησης, σημαίνει να επανεκκινήσει πάνω στις ίδιες βάσεις όπως και στην προγενέστερη περίοδο. Αυτό εξακολουθεί να σκοντάφτει πάνω στο ζήτημα της δραστηριότητας, των κοινωνικών σχέσεων, όλων αυτών που δεν τίθενται μόνο από την άποψη της άρνησης, όπως φαίνεται στην τρέχουσα ανάπτυξη των εναλλακτικών πρακτικών που δεν μπορούν να μειωθούν σε καθαρό ρεφορμισμό.
21Δεν μπορεί να σωθεί η κεντρικότητα των παραγωγών στο προλεταριακό πρόγραμμα καλώντας για μια ενότητα μεταξύ των παραγωγών και των καταναλωτών. Αυτό αντιστοιχεί ίσως σε ένα επαναστατικό πρόγραμμα που έχει εγγραφεί στο θεωρητικό του αέτωμα: κατάργηση όλων των διαχωρισμών," αλλά τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό αν συμφωνηθεί να αναγνωριστεί ακριβώς ότι  το κεφάλαιο έχει, δυνητικά, διαγράψει τους παραγωγούς και ενοποιήσει τη διαδικασία του; Και πάλι όμως δεν μπορούμε να ισοπεδώσουμε τις συνταγές του προλεταριακού προγράμματος σε μια κατάσταση που δεν είναι πλέον αυτή της ταξικής πάλης μεταξύ της εργασίας και του κεφαλαίου. Είναι η θέση της αυτοάρνησης του προλεταριάτου που είναι άκυρη. Αυτή η θέση θεμελιωδώς α-ταξική και, συνεπώς, αδύνατο να κρατηθεί σε μια ταξική συζήτηση, γίνεται ακόμη περισσότερο από τη στιγμή που το κεφάλαιο έχει ενσωματώσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των τάξεων, από τη στιγμή που είναι αυτό που επιδιώκει να αρνηθεί την αμοιβαία εξάρτηση μεταξύ των δύο πόλων των κοινωνικών σχέσεων, με λίγα λόγια, αυτό-προϋποτίθεται όπως δείχνει σήμερα ο ρόλος του πλασματικού κεφαλαίου 8 ως αυτοπροϋπόθεση του κέρδους («Χ-Χ (χρήμα-χρήμα) τείνει να συμβεί χωρίς να περάσει από Χ-Ε-Χ (χρήμα-εμπόρευμα-χρήμα) ').
22Υπάρχει πρόβλημα όταν προβάλλεται ένα πρόγραμμα χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι αλλαγές και ως εκ τούτου οι συνθήκες από τις οποίες θα πρέπει να εκκινήσει. Βρίσκουμε αυτό το πρόβλημα όταν κάποιοι εγείρουν το ζήτημα της οικιοποίησης του παραγόμενου πλούτου. Η κεφαλαιοποιημένη κοινωνία δεν χαρακτηρίζεται πλέον  παρά από αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε μια τεράστια συσσώρευση εμπορευμάτων. Αυτό που συσσωρεύεται σήμερα, είναι όλο και περισσότερο μη οικειοποιήσιμα πράγματα που θέτουν το ζήτημα της χρήσης τους. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν είμαστε πλέον στο πλαίσιο της υπεροχής της υλικής παραγωγής και στο σχέδιο της διαλεκτικής των τάξεων, «η απαλλοτρίωση των απαλλοτριωμένων» και «τίποτα δεν είναι δικό τους όλα είναι δικά μας" είναι μόνο συνθήματα για επαγγελματίες επαναστάτες και όχι τα εργαλεία της πολιτικής παρέμβασης. Έτσι, η επανενεργοποίηση του συνθήματος «να πάρουμε από το σωρό (Σ.Μ. «prise sur le tas» από τον Κροπότκιν)», δεν έχει κυριολεκτικά καμία έννοια έξω από αυτή μιας πρόσκαιρης δράσης λεηλασίας σε μια αυθόρμητη εξέγερση. Πρόκειται για μια δράση και όχι πράξη.
23Σε αυτή τη βάση δεν μπορούμε παρά να καταφύγουμε σε ένα από τα πιο σκοτεινά ζητήματα της θεωρίας του Μαρξ: αυτό των αναγκών και εν τέλει αυτό της κοινωνικής χρησιμότητας. Δεν θα αναπτύξω εδώ αυτό που θα μπορούσε να είναι μια διαλεκτική αναγκών / επιθυμιών, αλλά η συζήτηση είναι ανοιχτή με τεράστια θέματα που εγείρει, τόσο για τις σχέσεις με την εξωτερική φύση όσο και με την εσωτερική φύση. Άλλωστε, πολλά πράγματα που ήταν χρήσιμα μόνο σε σχέση με τη λογική του κεφαλαίου θα εξαφανιστούν αντίθετα σ’ αυτό που φαίνεται να πιστεύει το ρεύμα της "κομμουνιστικοποίησης." Το ερώτημα τίθεται για την ανθρώπινη δραστηριότητα σε όλες τις μορφές της.